σελήνιο

Χημικό στοιχείο με σύμβολο Se- ανήκει στην έκτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων, έχει ατομικό αριθμό 34, ατομικό βάρος 78,96, έξι σταθερά ισότοπα, με αριθμούς μάζας74, 77, 82, 76, 78, 80, και οχτώ ραδιενεργά με χρόνους υποδιπλασιασμού από 25’ ως 127 ημέρες. Είναι αρκετά διαδομένο στη φύση, πάντοτε σε μικρές ποσότητες, και περιέχεται στα ορυκτά μπερτσελιανίτη, ναουμανίτη, τιεμανίτη και, συχνά στους πυρίτες. Το ανακάλυψε το 1817 ο Μπερτσέλιους και πήρετο όνομά του από τη Σελήνη. Εμφανίζεται σε διάφορες αλλοτροπικές μορφές· ως καθίζημα είναι μια ερυθρή σκόνη η οποία, όταν τακεί και ψυχθεί, μετατρέπεται σε μια ερυθρόφαιη, υαλώδη και εύθραυστη μάζα. Οι χημικές του ιδιότητες μοιάζουν με του θείου- βράζει στους 684,8° C, είναι επιβλαβές για τα ζώα και τα φυτά. Εξάγεται από τα υποπροϊόντα των πυριτών και από τα ανοδικά ιζήματα της επεξεργασίας για τον καθαρισμό του χαλκού. Το μεταλλικό σελήνιο, στην αλλοτροπική φαιοκρυσταλλική (εξαγωνικό σύστημα) μορφή του, έχει ειδικό βάρος 4,79 και τήκεται στους 217°C. Σχηματίζει ενώσεις με το υδρογόνο, το οξυγόνο, τα αλογόνα, τον άνθρακα και με πολλά άλλα στοιχεία, και μπορεί να υπάρξει σε τέσσερις διάφορες καταστάσεις οξείδωσης -2, +2, +4, +6. Παρουσιάζει την ιδιομορφία να είναι λίγο αγώγιμο στο σκοτάδι και πολύ στο φως- για την ιδιότητα του αυτή, που την ανακάλυψε το 1873 ο Σμιθ χρησιμοποιείται στα φωτοηλεκτρικά κύτταρα. Άλλη ενδιαφέρουσα ιδιότητα του σ. είναι να παράγει ρεύμα όταν φωτίζεται και γι’ αυτό χρησιμοποιήθηκε στα πρώτα φωτογραφικά φωτόμετρα και στις ηλιακές στήλες. Εφαρμόζεται επίσης στους ανορθωτές ρεύματος, στη σιδηρουργία για τη βελτίωση της επεξεργασίας των ανοξείδωτων χάλυβων, στο βουλκανιζάρισμα του ελαστικού, στην κινηματογραφία, στην υαλουργία γιατί δίνει χρώμα ρουμπινιού και εξουδετερώνει το πράσινο που οφείλεται στην παρουσία σιδήρου. Φωτοηλεκτρικά κύτταρα του σεληνίου. Φωτιζόμενο με φως επαρκώς υψηλής συχνότητας, το στοιχείοεκπέμπει ηλεκτρόνια σε ποσότητα ανάλογη προς την ένταση της προσπίπτουσας ακτινοβολίας. Η ιδιότητα αυτή του στοιχείου χρησιμοποιείται ακριβώς για να μετατρέπονται οι μεταβολές της φωτεινής έντασης σε μεταβολές του ηλεκτρικού ρεύματος.
* * *
το / σελήνιον, ΝΑ
νεοελλ.
1. χημ. επαμφοτερίζον χημικό στοιχείο με σύμβολο Se και ατομικό αριθμό 34, το οποίο ανήκει στην ομάδα VIa τού περιοδικού συστήματος
2. φρ. «ανορθωτής σεληνίου»
(ηλεκτρ.) διάταξη ημιαγωγών, κατάλληλη για την ανόρθωση, δηλαδή την μετατροπή τού εναλλασσόμενου ρεύματος σε συνεχές
αρχ.
1. το σεληνόφως
2. η περιφέρεια, ο κύκλος τής σελήνης
3. (ως υποκορ. τ.) η σελήνη κατά τις πρώτες ή τις τελευταίες ημέρες τής φάσης της
4. είδος φυτού.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνη. Ο τ. με την νεοελλ. του σημ. είναι αντιδάνειος, πρβλ. αγγλ. selenium και μαρτυρείται από 1847 στον Γρ. Χαντσερή].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σελήνιο — το αμέταλλο χημικό στοιχείο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεληνικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο χημικό στοιχείο σελήνιο 2. φρ. α) «σεληνικό οξύ» χημ. ανόργανη χημική ένωση, λευκό υγροσκοπικό στερεό, το μόριο τού οποίου αποτελείται από δύο άτομα υδρογόνου, ένα άτομο σεληνίου και τέσσερα άτομα… …   Dictionary of Greek

  • σεληνιούχος — α, ο, θηλ. και ος, Ν 1. χημ. αυτός που περιέχει σελήνιο (α. «σεληνιούχες ενώσεις» β. «σεληνιούχο κάδμιο»). [ΕΤΥΜΟΛ. < σελήνιο + ούχος*. Η λ. μαρτυρείται από το 1861 στο Γαλλοελληνικόν Λεξικόν τών Σχινά και Λεβαδέως] …   Dictionary of Greek

  • τελλούριο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Te· ανήκει στην έκτη ομάδα του περιοδικού συστήματος των στοιχείων ή πρώτη υποομάδα, έχει ατομικό αριθμό 52, ατομικό βάρος 127,61, 8 σταθερά ισότοπα, με αριθμό μάζας από 120 έως 130 και 14 τεχνητά ραδιενεργά. Βρίσκεται… …   Dictionary of Greek

  • αλλοτροπία — Ιδιότητα που έχουν ορισμένες ουσίες να παρουσιάζονται με διάφορες μορφές ανάλογα με τις συνθήκες θερμοκρασίας ή πίεσης στις οποίες βρίσκονται. Οι μορφές αυτές παρουσιάζουν διαφορετική φυσική και χημική συμπεριφορά, σε ειδικές όμως περιπτώσεις… …   Dictionary of Greek

  • ανορθωτής — Συσκευή, χωρίς κινούμενα όργανα, που χρησιμοποιείται για τη μετατροπή του εναλλασσόμενου ρεύματος σε κυματόρευμα μιας κατεύθυνσης και εκμεταλλεύεται γι’ αυτό την ιδιότητα ενός στοιχείου (ανορθωτικό στοιχείο) να επιτρέπει τη διέλευση του ρεύματος… …   Dictionary of Greek

  • θερμοηλεκτρικός — Αυτός που αναφέρεται ή έχει σχέση με το θερμοηλεκτρικό φαινόμενο. θ. κλίμακα σειρά. Μία σειρά μετάλλων καταγεγραμμένων με τέτοια σειρά σε έναν πίνακα ώστε, αν κατασκευάσουμε με δύο από αυτά ένα θερμοστοιχείο, η φορά του ρεύματος που διαρρέει τη… …   Dictionary of Greek

  • ιοσεΐτης — ὁ (ορυκτ.) τελλουριούχο ορυκτό τού βισμούθιου που περιέχει θείο και σελήνιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. joseite < τοπωνύμιο τής Βραζιλίας Sao Jose do Paraiso + κατάλ. ite] …   Dictionary of Greek

  • παλλάδιο — Χημικό στοιχείο της όγδοης ομάδας του περιοδικού συστήματος των στοιχείων. Έχει ατομικό αριθμό 46, ατομικό βάρος 106,4, και 6 σταθερά ισότοπα. Το απομόνωσε ο Άγγλος χημικός και φυσικός Ουίλιαμ Χάιντ Γούλαστον (1766 1828), στις αρχές του 20ού… …   Dictionary of Greek

  • σεληνιώδης — ες, Ν 1. χημ. αυτός που προκύπτει από το σελήνιο 2. φρ. «σεληνιώδες οξύ» χημ. ανόργανη χημική ένωση, άχρωμο υγροσκοπικό κρυσταλλικό στερεό, τού οποίου το μόριο περιέχει δύο άτομα υδρογόνου, ένα άτομο σεληνίου και τρία άτομα οξυγόνου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.